πάγκαλος


πάγκαλος
2 и 3 очень красивый

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "πάγκαλος" в других словарях:

  • πάγκαλος — all masc nom sg πάγκαλος all masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πάγκαλος — η, ο (Α πάγκαλος, ον, θηλ. και παγκάλη) ο πιο ωραίος, ωραιότατος, κάλλιστος αρχ. ο πιο σωστός, ορθότατος. επίρρ... παγκάλως (Α παγκάλως) με πάγκαλο τρόπο, ωραιότατα. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + καλός] …   Dictionary of Greek

  • πάγκαλος — η, ο ωραίος, πανώριος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Πάγκαλος, Θεόδωρος — Έλληνας στρατιωτικός και πολιτικός (Σαλαμίνα 1878 – Αθήνα 1952). Σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και στη Γαλλική Ακαδημία Πολέμου, πήρε μέρος στην Επανάσταση στο Γουδί (1909), στους Βαλκανικούς πολέμους (1912 13), στο Κίνημα Θεσσαλονίκης …   Dictionary of Greek

  • Πάγκαλος, Κώστας — (1890 – 1950). Έλληνας ζωγράφος. Μετά τις σπουδές του στο Παρίσι επέστρεψε στην Αθήνα, όπου από το 1937 διορίστηκε τμηματάρχης Καλών Τεχνών του υπουργείου Παιδείας και αργότερα διευθυντής της Στέγης Καλών Τεχνών και Γραμμάτων, οπότε σχεδόν… …   Dictionary of Greek

  • παγκάλως — πάγκαλος all adverbial πάγκαλος all masc acc pl (doric) πάγκαλος all adverbial πάγκαλος all masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πάγκαλον — πάγκαλος all masc acc sg πάγκαλος all neut nom/voc/acc sg πάγκαλος all masc/fem acc sg πάγκαλος all neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παγκάλων — πάγκαλος all fem gen pl πάγκαλος all masc/neut gen pl πάγκαλος all masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παγκάλοις — πάγκαλος all masc/neut dat pl πάγκαλος all masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παγκάλου — πάγκαλος all masc/neut gen sg πάγκαλος all masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παγκάλους — πάγκαλος all masc acc pl πάγκαλος all masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)